ΚΕΕΛΠΝΟ

Σιγκέλλωση

Γενικές Πληροφορίες

Η σιγκέλλα (Shigella) είναι ένα gram-αρνητικό βακτήριο της οικογένειας των Εντεροβακτηριοειδών. Το βακτηριακό αυτό γένος περιλαμβάνει τέσσερα είδη ή οροομάδες: την S. dysenteriae (Ομάδα Α), την S. flexneri (Ομάδα Β), την S. boydii (Ομάδα C) και την S. sonnei (Ομάδα D).

Οι ομάδες A, B και C διαιρούνται περαιτέρω σε 15, 15 και 19 ορότυπους και υποτύπους, αντίστοιχα και αποδίδονται με αραβικούς αριθμούς και μικρά γράμματα (π.χ. S. flexneri 2a). Η S. sonnei (ομάδα D) έχει ένα μόνο ορότυπο. Οι ορότυποι και οι υπότυποι διαφοροποιούνται με βάση το ειδικό αντιγόνο επιφανείας, το αντιγόνο του κυτταρικού τοιχώματος (Ο). Βλεφαριδικά αντιγόνα (Η) δεν υπάρχουν στις σιγκέλλες.

Πληροφορίες για:

Κοινό

Επαγγελματίες

Επιδημιολογική Επιτήρηση

Κλινική περιγραφή

Νόσος με ποικίλο βαθμό βαρύτητας που χαρακτηρίζεται από διάρροια, πυρετό, ναυτία, κοιλιακό άλγος και τεινεσμό.

Εργαστηριακά κριτήρια για τη διάγνωση

  • Απομόνωση ειδών του γένους Shigella από κλινικό δείγμα.

Κατάταξη του κρούσματος

Πιθανό

Κρούσμα που συμφωνεί με την κλινική περιγραφή και έχει επιδημιολογική σύνδεση.

Επιβεβαιωμένο

Κρούσμα που συμφωνεί με τη κλινική περιγραφή και έχει επιβεβαιωθεί εργαστηριακά.

Επιδημιολογικά Δεδομένα

Δελτίο Δήλωσης

Στατιστικά Δεδομένα

Δημοσιεύσεις

Χρήσιμες Πληροφορίες

Ερωτήσεις & Απαντήσεις

Η σιγκέλλωση είναι ένα λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από μια ομάδα βακτηρίων με το γενικό όνομα Σιγκέλλα (Shigella) από το οποίο μπορεί να προσβληθεί ο καθένας.

Τα περισσότερα άτομα που μολύνονται αναπτύσσουν διάρροια, πυρετό και κράμπες στο στομάχι. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μία με δύο ημέρες μετά την έκθεση στο βακτήριο. Η διάρροια είναι συχνά αιματηρή, ενώ τα κόπρανα μπορεί εκτός από αίμα να περιέχουν και βλέννα. Η σιγκέλλωση συνήθως υφίεται σε πέντε με επτά ημέρες. Σε ορισμένα άτομα, κυρίως σε μικρά παιδιά και σε ηλικιωμένους, η διάρροια μπορεί να είναι τόσο έντονη που να απαιτείται η νοσηλεία του ασθενούς στο νοσοκομείο. Μια σοβαρή λοίμωξη με υψηλό πυρετό μπορεί επίσης να συνοδεύεται από σπασμούς σε παιδιά μικρότερα των δύο ετών. Σε ορισμένα άτομα η σιγκέλλωση δεν προκαλεί καθόλου συμπτώματα, ωστόσο τα άτομα αυτά μπορούν και μεταδίδουν το βακτήριο σε άλλους.

Πρόκειται για μια οικογένεια βακτηρίων που προκαλούν διάρροια στους ανθρώπους. Το παθογόνο αναγνωρίστηκε πριν από 100 χρόνια και πλέον, από τον Ιάπωνα επιστήμονα Shiga, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Υπάρχουν διάφορα είδη σιγκέλλας μεταξύ των οποίων η Shigella sonnei, η οποία αποτελεί το πιο συχνό αίτιο σιγκέλλωσης στις αναπτυγμένες χώρες, η Shigella flexneri, η Shigella boydii και η Shigella dysenteriae. Η Shigella dysenteriae τύπου 1 απαντάται στον αναπτυσσόμενο κόσμο και προκαλεί θανατηφόρες επιδημίες.

Τα βακτήρια της σιγκέλλας είναι παρόντα στις διαρροϊκές κενώσεις των μολυσμένων ατόμων κατά τη διάρκεια της νόσησης, καθώς και μια με δύο εβδομάδες αργότερα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η μόλυνση από σιγκέλλα γίνεται μέσω της εντερο-στοματικής οδού (από τα κόπρανα ή τα ακάθαρτα χέρια ενός ατόμου στο στόμα κάποιου άλλου). Αυτό συμβαίνει όταν δεν τηρούνται οι βασικοί κανόνες υγιεινής και πλυσίματος των χεριών. Κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό να συμβεί μεταξύ νηπίων που δεν έχουν εκπαιδευτεί πλήρως όσον αφορά στη χρήση της τουαλέτας. Τα μέλη της οικογένειας των νηπίων καθώς και οι σύντροφοί τους στο παιχνίδι είναι άτομα που διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να μολυνθούν.

Άλλος τρόπος μόλυνσης είναι μέσω της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων, τα οποία μπορεί να έχουν φυσιολογική όψη και οσμή. Τα τρόφιμα μπορεί να μολυνθούν από χειριστές τροφίμων που δεν πλένουν τα χέρια τους με σαπούνι μετά την επίσκεψη στην τουαλέτα. Τα λαχανικά μπορεί να είναι μολυσμένα αν προέρχονται από αγρούς από τους οποίους διέρχονται λύματα υπονόμων. Ακόμη, τα τρόφιμα μπορεί να μολυνθούν από μύγες που μεταφέρουν κοπρανώδες υλικό. Τέλος, μπορεί κανείς να μολυνθεί πίνοντας ή κολυμπώντας σε μολυσμένα νερά. Το νερό μπορεί να μολυνθεί από υπονόμους ή αν κάποιος με σιγκέλλωση κολυμπήσει μέσα σε αυτό.

Ο καθένας μπορεί να νοσήσει, πιο συχνά όμως προσβάλλονται μικρά παιδιά ηλικίας 1-4 ετών. Τα βρέφη/νήπια/παιδιά που πηγαίνουν σε βρεφονηπιακούς/παιδικούς σταθμούς έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να μολυνθούν. Άλλες ομάδες ατόμων που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο νόσησης από σιγκέλλωση είναι οι ταξιδιώτες σε χώρες με χαμηλές συνθήκες υγιεινής, οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και τα άτομα που διαβιούν ομαδικά (οικοτροφεία, στρατώνες, κ.α.).

Η διάρροια και η αιματηρή διάρροια αποτελούν συμπτώματα πολλών διαφορετικών νόσων και η θεραπεία εξαρτάται από το είδος του μικροβίου που προκαλεί τη διάρροια. Ο προσδιορισμός της σιγκέλλας ως αιτιολογικού παράγοντα της νόσου γίνεται με εργαστηριακές δοκιμασίες που αναγνωρίζουν τη σιγκέλλα στα κόπρανα του προσβεβλημένου ατόμου. Τα μικροβιολογικά εργαστήρια μπορούν επίσης να πραγματοποιήσουν ειδικές δοκιμασίες για τον προσδιορισμό του ακριβούς τύπου της σιγκέλλας από τον οποίο έχει προσβληθεί ο ασθενής, καθώς και για τον καθορισμό των καταλληλότερων αντιβιοτικών για την αντιμετώπισή του.

Δεν υπάρχει εμβόλιο για την πρόληψη της σιγκέλλωσης. Ωστόσο, η μετάδοση του νοσήματος από άτομο σε άτομο μπορεί να αποδευχθεί με το συχνό και προσεκτικό πλύσιμο των χεριών με ζεστό νερό και σαπούνι. Το πλύσιμο των χεριών είναι σημαντικό σε κάθε ηλικιακή ομάδα. Στους βρεφονηπιακούς σταθμούς αλλά και στα σπίτια με μικρά παιδιά που δεν είναι επαρκώς εκπαιδευμένα για τη σωστή χρήση της τουαλέτας, το πλύσιμο των χεριών πρέπει να είναι συχνό και να επιτηρείται από τους μεγαλύτερους. Εάν είναι εφικτό, τα μικρά παιδιά που χρησιμοποιούν ακόμα πάνες, στην περίπτωση που νοσούν από σιγκέλλωση, δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με υγιή παιδιά. Άτομα που πάσχουν από σιγκέλλωση δε θα πρέπει να βοηθούν στην προετοιμασία ή στο σερβίρισμα φαγητού ή ποτού έως ότου βεβαιωθεί ότι δεν είναι πλέον φορείς του βακτηρίου. Αν κάποιο παιδί που φοράει πάνες πάσχει από σιγκέλλωση θα πρέπει αυτοί που το αλλάζουν να φροντίζουν να απορρίπτουν τις πάνες με προσοχή και να πλένουν τα χέρια τους με νερό και σαπούνι αμέσως μετά την αλλαγή. Η περιοχή που χρησιμοποιείται για την αλλαγή του βρέφους πρέπει να καθαρίζεται με κάποιο απολυμαντικό, όπως π.χ. αραιωμένη χλωρίνη. Στις παραλίες, η ύπαρξη αρκετών τουαλετών σε κοντινή απόσταση, βοηθάει στην αποφυγή μόλυνσης του νερού από φορείς ή νοσούντες. Οι απλές προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται όταν ταξιδεύει κανείς σε αναπτυσσόμενες χώρες, λειτουργούν προληπτικά έναντι της σιγκέλλωσης. Τέτοιες είναι η πόση χλωριωμένου ή βρασμένου νερού και η κατανάλωση καλά μαγειρεμένου ζεστού φαγητού ή φρούτων που έχουν ξεφλουδιστεί από το ίδιο το άτομο.

Τα περισσότερα άτομα που έχουν μολυνθεί από σιγκέλλα μπορούν να επιστρέψουν στο χώρο εργασίας τους, όταν σταματήσουν τα συμπτώματα (κυρίως η διάρροια και ο πυρετός), χωρίς να ξεχνούν όμως να πλένουν προσεκτικά τα χέρια τους με ζεστό νερό και σαπούνι αμέσως μετά τη χρήση της τουαλέτας.

Τα βρέφη/νήπια/παιδιά δεν θα πρέπει να πηγαίνουν στους βρεφονηπιακούς/παιδικούς σταθμούς μέχρι να σταματήσουν τα συμπτώματά τους.

Οι χειριστές τροφίμων, οι επαγγελματίες υγείας, οι εργαζόμενοι σε βρεφονηπιακούς/παιδικούς σταθμούς ή σε άλλους προνοιακούς χώρους, οι οποίοι νοσούν από σιγκέλλωση, δεν πρέπει να εργάζονται έως ότου αποβούν αρνητικές δύο διαδοχικές καλλιέργειες κοπράνων που έχουν ληφθεί με μεσοδιάστημα 24 ωρών και όχι νωρίτερα από 48 ώρες από το πέρας της αντιμικροβιακής θεραπείας.

Η σιγκέλλωση συνήθως αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα αντιβιοτικά για τη θεραπεία της σιγκέλλωσης είναι η αμπικιλλίνη, η τριμεθοπρίμη / σουλφαμεθοξαζόλη, το ναλιδιξικό οξύ και η σιπροφλοξασίνη. Η κατάλληλη θεραπεία σκοτώνει τα βακτήρια της σιγκέλλας που μπορεί να είναι παρόντα στα κόπρανα του ασθενούς και μειώνει τη διάρκεια της ασθένειας. Ωστόσο, κάποια βακτήρια της οικογένειας της σιγκέλλας έχουν αναπτύξει αντοχή στα αντιβιοτικά και η χρήση αντιβιοτικών ως θεραπευτικού μέσου κατά της σιγκέλλωσης μπορεί να καταστήσει τα μικρόβια πιο ανθεκτικά στο μέλλον. Άτομα με ήπια μορφή του νοσήματος συνήθως αναρρώνουν γρήγορα χωρίς αντιμικροβιακή θεραπεία. Έτσι, όταν μεγάλος αριθμός ατόμων στην κοινότητα έχει προσβληθεί από σιγκέλλωση, η χρήση αντιβιοτικών μπορεί να είναι επιλεκτική στις πιο σοβαρές περιπτώσεις. Τα αντιδιαρροϊκά φάρμακα, όπως π.χ. η λοπεραμίδη, είναι πιθανό να χειροτερεύσουν την ασθένεια και πρέπει να αποφεύγονται.
Συνήθως τα άτομα αναρρώνουν πλήρως, αν και μπορεί να περάσουν αρκετοί μήνες πριν επανέλθουν πλήρως οι συνήθειες του εντέρου. Ένα ποσοστό γύρω στο 0,2-2% (δεδομένα μετά από επιδημίες) των ατόμων που προσβάλλονται από τη Shigella flexneri, αναπτύσσουν αργότερα πόνους στις αρθρώσεις, ενοχλήσεις στους οφθαλμούς και επώδυνη ούρηση. Το σύνδρομο αυτό καλείται σύνδρομο Reiter και μπορεί να διαρκέσει από μήνες έως χρόνια και να οδηγήσει σε χρόνια αρθρίτιδα που είναι δύσκολο να θεραπευτεί. Το σύνδρομο Reiter παρουσιάζεται μόνο σε άτομα που έχουν γενετική προδιάθεση (HLA B27). Αν κάποιος προσβληθεί από σιγκέλλωση είναι απίθανο να προσβληθεί από τον ίδιο τύπο σιγκέλλας ξανά για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, μπορεί να προσβληθεί από άλλα είδη του γένους της σιγκέλλας.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) είναι ο αρμόδιος φορέας για την επιδημιολογική επιτήρηση του νοσήματος της σιγκέλλωσης και για την παρέμβαση (όπου και όταν αυτή κριθεί απαραίτητη) σε περίπτωση κρουσμάτων στον άνθρωπο.

Τα μέτρα πρόληψης που λαμβάνονται είναι κοινά με τα μέτρα που λαμβάνονται και για τα άλλα τροφιμογενή νοσήματα σε συνεργασία με τις Περιφερειακές Ενότητες των Περιφερειών, την Κτηνιατρική Υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, και τον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Φ.Ε.Τ).

image_print