Συχνές ερωτήσεις / απαντήσεις για τη νόσο από τον ιό Ebola (FAQs)

1.      Τι είναι η νόσος από τον ιό Ebola;

Ο ιός Ebola ανήκει στην οικογένεια ιών του γένους Orthoebolavirus, που εντοπίζονται  κυρίως σε χώρες της υποσαχάριας Αφρικής. Είναι μια σοβαρή ιογενής λοίμωξη που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσο και θάνατο.

2.      Ποια είναι η περίοδος επώασης της νόσου;

      Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 2 έως 21α ημέρες.

3.      Ποια είναι τα συμπτώματα της νόσου;

Τα συμπτώματα της νόσου είναι:

  • αιφνίδια έναρξη πυρετού
  • έντονη αδυναμία
  • μυαλγίες και αρθραλγίες
  • κεφαλαλγία
  • ναυτία και έμετοι
  • διάρροια
  • κοιλιακό άλγος
  • αιμορραγικές εκδηλώσεις (σε σοβαρές περιπτώσεις)

4.      Πρόκειται για θανατηφόρα νόσο;

Ναι. Ο ιός Ebola μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και συχνά θανατηφόρα λοίμωξη. Η θνητότητα διαφέρει ανάλογα με το στέλεχος του ιού, την έγκαιρη ή μη διάγνωση του ιού και την ποιότητα της παρεχόμενης ιατρικής φροντίδας. Για την νόσο Εbola που προκαλείται από το στέλεχος Bundibugyo, η θνητότητα κυμαίνεται μεταξύ 25% και 50%.

5.      Ποιοι είναι οι τρόποι μετάδοσης της νόσου;

Ο ιός Ebola μεταδίδεται από άτομο σε άτομο, με την άμεση επαφή (μέσω αμυχών του δέρματος ή βλεννογόνων) με αίμα, εκκρίσεις, όργανα, ιστούς, ή άλλα σωματικά υγρά (π.χ. σάλιο, ούρα, κόπρανα, σπέρμα κλπ.) μολυσμένων ατόμων, νεκρών ή ζωντανών, καθώς και με την έμμεση επαφή με αντικείμενα (όπως ρούχα, σεντόνια, χρησιμοποιημένες βελόνες) που έχουν μολυνθεί από σωματικά υγρά ασθενών. Στους τρόπους μετάδοσης περιλαμβάνεται και η χωρίς προφυλάξεις σεξουαλική επαφή με ασθενείς, έως και εφτά εβδομάδες (περίπου 2 μήνες) μετά την ανάρρωσή τους. Η μετάδοση στο περιβάλλον του νοσοκομείου είναι συχνή, με την έκθεση επαγγελματιών υγείας και άλλων ατόμων που φροντίζουν ασθενείς χωρίς να λαμβάνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις. Οι ασθενείς θεωρούνται μολυσματικοί από τη στιγμή που παρουσιάζουν συμπτώματα. Η ασθένεια μεταδίδεται, επίσης, μέσω της άμεσης επαφής με αίμα και άλλα σωματικά υγρά από μολυσμένα άγρια ζώα, νεκρά ή ζωντανά, όπως π.χ. πιθήκους, γορίλες, αντιλόπες και νυχτερίδες.

6.      Υπάρχει θεραπεία ή εμβόλιο;

Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για όλα τα στελέχη του ιού Ebola. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως υποστηρικτική και στοχεύει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο για το στέλεχος Zaire ebolavirus, το οποίο όμως δεν θεωρείται αποτελεσματικό για το στέλεχος Bundibugyo.

7.      Ποια είναι τα μέτρα πρόληψης μετάδοσης της νόσου;

Τα μέτρα πρόληψης μετάδοσης της νόσου είναι η αποφυγή:

- άμεσης επαφής με αίμα και άλλα σωματικά υγρά από μολυσμένα άγρια ζώα, νεκρά ή ζωντανά

- συμμετοχής σε τελετές ταφής που περιλαμβάνουν επαφή με τη σωρό

- άμεσης επαφής με ασθενείς και σωματικά υγρά αυτών, όπως σάλιο, αίμα, εμέσματα, ούρα

- επαφής με αντικείμενα ή επιφάνειες που έχουν χρησιμοποιηθεί από ασθενείς

- κατανάλωσης ανεπαρκώς μαγειρεμένης ζωικής τροφής

-σεξουαλικής επαφή χωρίς προφύλαξη

8.      Είναι επικίνδυνο να ταξιδέψω;

Ο κίνδυνος για τους ταξιδιώτες παραμένει χαμηλός, εφόσον τηρούνται τα προτεινόμενα μέτρα προφύλαξης. Αυξημένο κίνδυνο έχουν κυρίως οι επαγγελματίες υγείας και όσοι έρχονται σε στενή επαφή με ασθενείς, τα σωματικά υγρά και τις εκκρίσεις τους ή με μολυσμένα αντικείμενα και επιφάνειες.

9.      Τι πρέπει να κάνω επιστρέφοντας από προσβεβλημένη περιοχή;

Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο επώασης της νόσου (2-21 μέρες), οι ταξιδιώτες που επιστρέφουν από προσβεβλημένη περιοχή και έχουν έρθει σε επαφή με ασθενείς ή  υποψιάζονται πιθανή έκθεση στον ιό Ebola, θα πρέπει να λάβουν τις ακόλουθες προφυλάξεις:

  • αυτοπεριορισμός και παρακολούθηση της υγείας τους για 21 ημέρες
  • άμεση αναζήτηση ιατρικής φροντίδας στην περίπτωση ανάπτυξης συμπτωμάτων με αναφορά στο πρόσφατο ταξίδι
  • άμεση ενημέρωση του Κέντρου Επιχειρήσεων (ΚΕΠΙΧ) του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) στο 1135 ή στο 210 5212054

 

10.  Μπορεί η πρόσφατη επιδημία να εξελιχθεί σε πανδημία;

Σύμφωνα με  τους διεθνείς οργανισμούς δημόσιας υγείας, ο κίνδυνος εξάπλωσης του ιού Ebola σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει χαμηλός. Η μετάδοσή του απαιτεί στενή επαφή με σωματικά υγρά μολυσμένων ατόμων ή ζώων (βλ. παραπάνω), γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα ευρείας διασποράς.