ΚΕΕΛΠΝΟ

Ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον εμβολιασμό για τον κορωνοϊό SARS-CoV-2

,
|
11.06.2021
image_print

Πλήρως εμβολιασμένο άτομο έναντι της νόσου COVID-19, θεωρείται το άτομο που έχει λάβει τις δύο δόσεις των εμβολίων δύο δόσεων ή τη μια δόση του μονοδοσικού εμβολίου και έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων από την ολοκλήρωση του εμβολιαστικού σχήματος.

Αν έχετε νοσήσει από COVID-19 και έχετε λάβει θεραπεία με πλάσμα αναρρωνυόντων μπορείτε να εμβολιασθείτε μετά από χρονικό διάστημα 90 ημερών από τη θεραπεία.

Η σύσταση της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών είναι ο εμβολιασμός με τη δεύτερη δόση να επαναλαμβάνεται με το ίδιο εμβόλιο, εκτός από πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις.  Δεν παραπέμπονται σε δεύτερη δόση με το ίδιο εμβόλιο, άτομα τα οποία έχουν εμφανίσει κάποιες σοβαρές επιπλοκές όπως σοβαρή αλλεργική αντίδραση σχετιζόμενη με τον εμβολιασμό, θρομβώσεις σε μεγάλα αγγεία ή άλλες καταστάσεις που βάσει αιτήματος στην ειδική επιτροπή εξετάζονται και εγκρίνεται η χορήγηση ενός διαφορετικού εμβολίου.

Οι μελέτες δείχνουν ότι τα εμβόλια έναντι του ιού Sars-Cov-2 είναι ασφαλή και αποτελεσματικά σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες. Το εμβόλιο Pfizer COVID-19 mRNA έχει εγκριθεί για άτομα ηλικίας 12 ετών και άνω. Άλλα εμβόλια COVID-19 εξακολουθούν να δοκιμάζονται σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών. Όταν το εμβόλιο Pfizer δοκιμάστηκε σε παιδιά ηλικίας 12 έως 18 ετών, βρέθηκε ότι ήταν ασφαλές και συγκεκριμένα:

  • Άτομα ηλικίας 16 έως 18 ετών συμπεριλήφθηκαν στις δοκιμές που υποβλήθηκαν στο FDA τον Δεκέμβριο του 2020. Έκτοτε, περισσότεροι από 2 εκατομμύρια έφηβοι έχουν λάβει μία δόση του εμβολίου και περισσότεροι από 1 εκατομμύριο έχουν λάβει και τις δύο δόσεις έως τις 12 Μαΐου 2021, ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε η χορήγηση του εμβολίου σε παιδιά ηλικίας 12 έως 15 ετών. Δεν υπάρχει ανησυχία για την ασφάλεια του εμβολίου.
  • Η κλινική δοκιμή σε παιδιά ηλικίας 12 έως 15 ετών αξιολόγησε περίπου 1.100 παιδιά που έλαβαν το εμβόλιο και τα συνέκρινε με περίπου ίδιο αριθμό παιδιών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Επιπλέον αξιολόγησε περίπου 2.000 άτομα ηλικίας 16 έως 25 ετών που εμβολιάστηκαν και τα συνέκρινε με περίπου τον ίδιο αριθμό ατόμων ομάδας που έλαβε εικονικό φάρμακο. Κανένα εμβολιασμένο άτομο δεν μολύνθηκε με COVID-19 ή εμφάνισε σοβαρές παρενέργειες, όπως αναφυλακτική αλλεργική αντίδραση. Ένας μικρός αριθμός εμφάνισε διόγκωση (λεμφαδενοπάθεια) κάτω από το βραχίονα στην πλευρά στην οποία χορηγήθηκε το εμβόλιο, η οποία μπορεί επίσης να συμβεί σε ενήλικες που λαμβάνουν εμβόλια mRNA. Αυτή η παρενέργεια εμφανίστηκε 2-10 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και συνήθως διήρκεσε έως 10 ημέρες.

Παρά το γεγονός ότι έχουν αναφερθεί περιστατικά μυοκαρδίτιδας σε εφήβους μετά τον εμβολιασμό τους έναντι της νόσου COVID-19, τα τρέχοντα δεδομένα δεν υποδηλώνουν ότι τα ποσοστά είναι υψηλότερα από τα αναμενόμενα σε έναν μη εμβολιασμένο πληθυσμό.  Το CDC μετά τη χορήγηση 900.000 δόσεων εμβολίου m-RNA, μελέτησε τη συχνότητα εμφάνισης μυοκαρδίτιδας σε ομάδες εμβολιασθέντων και μη εμβολιασθέντων ατόμων και δεν παρατήρησε διαφορά στη συχνότητα.

Η μυοκαρδίτιδα παρατηρείται συχνά ως επιπλοκή ιογενών λοιμώξεων κυρίως την άνοιξη και καταγράφονται περίπου 100-200 περιστατικά ανά 1.000.000 πληθυσμού ετησίως στις ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα στις ΗΠΑ έχουν χορηγηθεί περίπου 4 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου m-RNA σε εφήβους. Συνεπώς, μέσα στο χρονικό διάστημα που διενεργήθηκαν εμβολιασμοί, ήταν αναμενόμενο να παρατηρηθούν περιστατικά μυοκαρδίτιδας .

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας σε νεαρά άτομα, συχνότερα σε αγόρια που είχαν καλή πρόγνωση. Τα συμπτώματα παρουσιάσθηκαν περίπου 4 ημέρες μετά τη χορήγηση της δεύτερης δόσης εμβολίου, αλλά είναι δυνατό να εμφανισθούν σε χρονικό διάστημα ακόμα και 2 εβδομάδων μετά τον εμβολιασμό.  Μέχρι σήμερα όμως δεν φαίνεται να υπάρχει αιτιολογική συσχέτιση με τον εμβολιασμό.

Παρόλα αυτά, οι έφηβοι που εμβολιάζονται και οι γονείς τους, οφείλουν να βρίσκονται σε επαγρύπνηση για την εμφάνιση συμπτωματολογίας συμβατής με μυοκαρδίτιδα (π.χ. προκάρδιο άλγος, αύξηση αρτηριακής πίεσης, αίσθημα παλμών, δυσχέρεια αναπνοής  κ.α) μετά τον εμβολιασμό τους και να επικοινωνούν άμεσα με τον θεράποντα ιατρό τους σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων. Οι υγειονομικές αρχές θα συνεχίσουν να παρακολουθούν τα περιστατικά αυτά.

Πλήρως εμβολιασμένα άτομα ή άτομα με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από SARS-CoV-2 τους προηγούμενους 6 μήνες που είχαν έκθεση υψηλού κινδύνου σε ασθενή με COVID-19 και παραμένουν ασυμπτωματικά, δεν χρειάζεται να μπουν σε καραντίνα, γιατί ο κίνδυνος λοίμωξης είναι πολύ χαμηλός. Τα άτομα αυτά πρέπει να είναι σε αυτοπαρακολούθηση (καθημερινή θερμομέτρηση, επαγρύπνηση για εμφάνιση συμπτωμάτων) για 14 ημέρες μετά την έκθεση και να τηρούν τα μέτρα κοινωνικής απόστασης.

image_print